Αποφυγή ευθύνης, Ψέμα και Άγχος στην εφηβεία
Αποφυγή ευθύνης, ψέμα και άγχος στην εφηβεία
Ψυχοεκπαιδευτική προσέγγιση
Η εφηβεία αποτελεί μία κρίσιμη αναπτυξιακή περίοδο, κατά την οποία παρατηρούνται σημαντικές βιολογικές, γνωστικές και ψυχοσυναισθηματικές αλλαγές. Στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών, συχνά εμφανίζονται ή εντείνονται συμπεριφορές όπως η αναβλητικότητα, η αποφυγή υποχρεώσεων, η δυσκολία ανάληψης ευθύνης και η απόκρυψη της αλήθειας πάνω σε θέματα υποχρεώσεων και συμπεριφορών. Οι συμπεριφορές αυτές προκαλούν εύλογα ανησυχία στους γονείς, ωστόσο δεν αποτελούν απαραίτητα ένδειξη έλλειψης αξιών ή προβληματικού χαρακτήρα.
Σίγουρα το πρώτο βήμα είναι η διερεύνηση μαθησιακών δυσκολιών και κυρίως των επιτελικών λειτουργιών που συνδέονται άμεσα με τον προγραμματισμό, την αυτορρύθμιση, την διαχείριση του χρόνου και την έναρξη έργου, ώστε να δίνεται η καλύτερη βοήθεια στο παιδί για να καταφέρει να αναπτύξει στρατηγικές μελέτης μέσω οργάνωσης και εστίασης της προσοχής.
Πέρα από την μαθησιακή υποστήριξη, η σύγχρονη αναπτυξιακή ψυχολογία και η νευροεπιστήμη καταδεικνύουν ότι οι παραπάνω συμπεριφορές πιθανό να μην υποδηλώνουν έλλειψη ικανότητας, αλλά δυσκολία ανάληψης προσωπικής ευθύνης και χαμηλή ανοχή στη ματαίωση. Το παιδί φαίνεται να επιλέγει βραχυπρόθεσμες λύσεις που μειώνουν το άγχος της προσπάθειας, ακόμη κι αν μακροπρόθεσμα έχουν κόστος, καθώς η έννοια της συνέπειας δεν έχει ακόμη εσωτερικευθεί (συχνά σκέφτονται πως θα ξεπεράσουν το τώρα και όχι τι θα συμβεί στο μέλλον). Συνδέονται λοιπόν με τον τρόπο που ο έφηβος διαχειρίζεται το άγχος, τη ματαίωση και την αξιολόγηση, καθώς και με την ανωριμότητα των εγκεφαλικών μηχανισμών που σχετίζονται με την αυτορρύθμιση και την ευθύνη.
Η συμπεριφορά της αποφυγής και του ψεύδους
Σε αρκετούς εφήβους παρατηρείται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο:
Αναβλητικότητα, ελλιπής προετοιμασία, έντονο άγχος επίδοσης με έναν παράδοξο τρόπο όπου εμφανίζεται υπερβολική δυσφορία για την ύλη και το διάβασμα και ένας βραδυψυχισμός κατά την διαδικασία χωρίς ωστόσο να δηλώνεται ξεκάθαρα άρνηση (διαφορετική μορφή άγχους επίδοσης από αυτήν όπου το παιδί διαβάζει υπερβολικές ώρες και ανησυχεί πως παρά την εξαιρετική προετοιμασία του δεν θα τα καταφέρει) και τελικά απόκρυψη της αλήθειας ή μετατόπιση ευθύνης. Το ψέμα και η αποφυγή σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή εξαπάτησης, αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας απέναντι στον φόβο της αποτυχίας και της συναισθηματικής έκθεσης.
Βασικά ψυχολογικά και γνωστικά αίτια
Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το άγχος. Για πολλούς εφήβους, η ίδια η προσπάθεια και όχι μόνο η αξιολόγηση του αποτελέσματος βιώνεται ως απειλητική εξ αρχής, καθώς συνδέεται με την πιθανότητα απώλειας της θετικής εικόνας του εαυτού. Ο έφηβος είναι σίγουρος πως το αποτέλεσμα του δεν θα είναι αρκετό, η μαθησιακή διαδικασία είναι πηγή δυσαρέσκειας, απόρριψης και απογοήτευσης επομένως ήδη η ιδέα διαβάσματος αυξάνει το άγχος ακόμα και στις πιο εύκολες ασκήσεις. Παράλληλα, η ανοχή στη ματαίωση δεν έχει ακόμη πλήρως αναπτυχθεί, με αποτέλεσμα η δυσκολία να οδηγεί σε αποφυγή.
Επιπλέον, ο προμετωπιαίος φλοιός του εγκεφάλου, που είναι υπεύθυνος για την ηθική κρίση, τον αυτοέλεγχο και την ανάληψη ευθύνης, συνεχίζει να ωριμάζει έως και την πρώιμη ενήλικη ζωή. Για τον λόγο αυτό, η ηθική σκέψη στην εφηβεία είναι συχνά συνεπειο-κεντρική και όχι πλήρως εσωτερικευμένη.
Ρόλος της οικογενειακής επικοινωνίας
Η ποιότητα της σχέσης γονέα και παιδιού επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο διαχείρισης του λάθους. Όταν το παιδί αισθάνεται ότι αξιολογείται, συγκρίνεται ή διορθώνεται συνεχώς, ενδέχεται να επιλέξει την απόκρυψη της αλήθειας προκειμένου να προστατεύσει τη συναισθηματική ασφάλεια της σχέσης.
Γονεϊκές στάσεις που άθελα ενισχύουν το πρόβλημα
Η υπερβολική έμφαση στο αποτέλεσμα αντί στη διαδικασία, οι συγκρίσεις με συνομηλίκους ή και με τους ίδιους τους γονείς, καθώς και ο συνεχής έλεγχος, μπορεί να ενισχύσουν την αποφυγή και την αντίσταση. Όταν το παιδί για χρόνια νιώθει ότι ελέγχεται, διορθώνεται, παρακολουθείται, συγκρίνεται αναπτύσσει άθελά του έναν ρόλο: «Δεν συνεργάζομαι — για να υπάρχω.». Γι’ αυτό και η αντίσταση δεν αλλάζει ούτε με τον χρόνο ούτε με τη θεραπεία, αν δεν αλλάξει η σχέση δύναμης.
Επιπλέον, είναι συχνή γονεική πρακτική, θεωρώντας ότι βοηθάμε το παιδί να καταλάβει, του δίνουμε συχνά μια ιδανική εικόνα του εαυτού του, πως θα μπορούσε να είναι, μία οπτική δηλαδή ενός παιδιού οργανωμένου, υπεύθυνου και με συνέπεια το οποίο σε κάποια παιδιά ενισχύει το χάσμα με την πραγματικότητα και τα ματαιώνει ακόμη περισσότερο. Συζητήσεις όπως θα μπορούσες να είσαι έτσι κι έτσι κι έτσι ίσως εν τέλει να μην ενισχύουν τον έφηβο να βελτιωθεί αλλά να τον απομακρύνουν ακόμη περισσότερο από την προσπάθεια. Ψυχολογικά, όταν η πραγματικότητα του παιδιού δεν χωρά στην εικόνα που ο γονέας αντέχει να βλέπει, το παιδί μαθαίνει να προστατεύει τη σχέση μέσα από την απόκρυψη. Όταν ο γονέας δυσκολεύεται να αποδεχθεί τις πραγματικές μαθησιακές και ψυχοσυναισθηματικές δυνατότητες του παιδιού στο παρόν στάδιο και επιμένει σε μια ιδανική εικόνα δημιουργείται συχνά ένα χάσμα ανάμεσα σε αυτό που το παιδί είναι και σε αυτό που αισθάνεται ότι «πρέπει» να είναι. Το παιδί αντιλαμβάνεται πως η αποδοχή και η επιδοκιμασία συνδέονται όχι με την ειλικρίνεια αλλά με την επίδοση και τη συμμόρφωση στην προσδοκία. Σε αυτό το πλαίσιο, η αλήθεια βιώνεται ως απειλή και όχι ως ασφαλής επιλογή και έτσι το παιδί μαθαίνει να προστατεύει τη σχέση μέσω της απόκρυψης. Η μη ανάληψη ευθύνης, η αναβλητικότητα και η αντιγραφή λειτουργούν τότε όχι μόνο ως μαθησιακές δυσκολίες αλλά και ως άμυνες απέναντι σε ένα εσωτερικό μήνυμα: «αν δείξω ποιος είμαι πραγματικά, θα απογοητεύσω». Έτσι, η ειλικρίνεια υποχωρεί.
Γι’ αυτό και η ψυχολογία θεωρεί κρίσιμη τη μετάβαση του γονέα από την προσδοκία στο βίωμα: από το «ποιος θα έπρεπε να είσαι» στο «ποιος είσαι σήμερα και τι χρειάζεσαι για να εξελιχθείς». Όταν το παιδί νιώσει ότι μπορεί να γίνει αποδεκτό ακόμη και μέσα στη δυσκολία του —όχι μόνο όταν ανταποκρίνεται στο ιδανικό— τότε μειώνεται δραστικά η ανάγκη για ψέμα. Η ειλικρίνεια δεν διδάσκεται με ηθικά κηρύγματα, αλλά γεννιέται εκεί όπου η αλήθεια δεν απειλεί τη σχέση.
Προτεινόμενες κατευθύνσεις
Η αποτελεσματική παρέμβαση εστιάζει στη δημιουργία συναισθηματικής ασφάλειας, στον διαχωρισμό συμπεριφοράς και προσωπικότητας και στη συζήτηση μόνο σε στιγμές συναισθηματικής ηρεμίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει βέβαια η σταδιακή ενίσχυση δεξιοτήτων οργάνωσης, αυτορρύθμισης και ανάληψης ευθύνης μέσα από πρακτικές στρατηγικές και μεθόδους, καθώς και η καλλιέργεια εσωτερικού κινήτρου μέσα από την συζήτηση και διερεύνηση.
Είναι σημαντικό ο έφηβος να ακούσει αλλά και πραγματικά να αλλάξετε πορεία και να εστιάσετε αποκλειστικά στο πως επικοινωνεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συζητάμε τους στόχους και τα βήματα για καλύτερη επίδοση απλά φαίνεται να πρέπει να σπάσουμε τα βήματα και να τα πάρουμε με την σειρά με έναν πιο διερευνητικό τρόπο για να μην διεγείρουμε το φόβο και το άγχος του παιδιού και εν τέλει ενισχύουμε την άρνηση συνεργασίας και την ενίσχυση της αποφυγής της πραγματικότητας. Ερευνήστε κάτι που μπορεί να πιστεύει ο έφηβος: «αν δείξω ποιος είμαι πραγματικά, θα απογοητεύσω». Τι πραγματικά πιστεύει ο ίδιος ότι θα γίνει αν αποτύχει; Δείτε πως βλέπει την στάση σας έως τώρα πάνω στις μαθησιακές επιδόσεις.
Οι συζητήσεις πρέπει να έχουν περισσότερες ερωτήσεις εστιάζοντας στα παρακάτω:
Συμπέρασμα
Οι συμπεριφορές αποφυγής, ψεύδους και δυσκολίας ανάληψης ευθύνης στην εφηβεία αποτελούν συνήθως εκδηλώσεις άγχους και αναπτυξιακής ανωριμότητας. Η υποστηρικτική γονεϊκή στάση και η ασφαλής σχέση αποτελούν τη βάση για τη σταδιακή καλλιέργεια υπευθυνότητας, ανθεκτικότητας και ηθικής ωρίμανσης. Πρωταρχικός στόχος των γονέων για να υποστηρίξουν τον έφηβο και να ξεπεράσουν τις δυσκολίες στην επικοινωνία μαζί του είναι να σταματήσει η μάχη “να αλλάξει το παιδί” και να ξεκινήσει η συμμαχία “να καταλάβουμε πώς λειτουργεί”.
Ψυχοεκπαιδευτική προσέγγιση
Η εφηβεία αποτελεί μία κρίσιμη αναπτυξιακή περίοδο, κατά την οποία παρατηρούνται σημαντικές βιολογικές, γνωστικές και ψυχοσυναισθηματικές αλλαγές. Στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών, συχνά εμφανίζονται ή εντείνονται συμπεριφορές όπως η αναβλητικότητα, η αποφυγή υποχρεώσεων, η δυσκολία ανάληψης ευθύνης και η απόκρυψη της αλήθειας πάνω σε θέματα υποχρεώσεων και συμπεριφορών. Οι συμπεριφορές αυτές προκαλούν εύλογα ανησυχία στους γονείς, ωστόσο δεν αποτελούν απαραίτητα ένδειξη έλλειψης αξιών ή προβληματικού χαρακτήρα.
Σίγουρα το πρώτο βήμα είναι η διερεύνηση μαθησιακών δυσκολιών και κυρίως των επιτελικών λειτουργιών που συνδέονται άμεσα με τον προγραμματισμό, την αυτορρύθμιση, την διαχείριση του χρόνου και την έναρξη έργου, ώστε να δίνεται η καλύτερη βοήθεια στο παιδί για να καταφέρει να αναπτύξει στρατηγικές μελέτης μέσω οργάνωσης και εστίασης της προσοχής.
Πέρα από την μαθησιακή υποστήριξη, η σύγχρονη αναπτυξιακή ψυχολογία και η νευροεπιστήμη καταδεικνύουν ότι οι παραπάνω συμπεριφορές πιθανό να μην υποδηλώνουν έλλειψη ικανότητας, αλλά δυσκολία ανάληψης προσωπικής ευθύνης και χαμηλή ανοχή στη ματαίωση. Το παιδί φαίνεται να επιλέγει βραχυπρόθεσμες λύσεις που μειώνουν το άγχος της προσπάθειας, ακόμη κι αν μακροπρόθεσμα έχουν κόστος, καθώς η έννοια της συνέπειας δεν έχει ακόμη εσωτερικευθεί (συχνά σκέφτονται πως θα ξεπεράσουν το τώρα και όχι τι θα συμβεί στο μέλλον). Συνδέονται λοιπόν με τον τρόπο που ο έφηβος διαχειρίζεται το άγχος, τη ματαίωση και την αξιολόγηση, καθώς και με την ανωριμότητα των εγκεφαλικών μηχανισμών που σχετίζονται με την αυτορρύθμιση και την ευθύνη.
Η συμπεριφορά της αποφυγής και του ψεύδους
Σε αρκετούς εφήβους παρατηρείται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο:
Αναβλητικότητα, ελλιπής προετοιμασία, έντονο άγχος επίδοσης με έναν παράδοξο τρόπο όπου εμφανίζεται υπερβολική δυσφορία για την ύλη και το διάβασμα και ένας βραδυψυχισμός κατά την διαδικασία χωρίς ωστόσο να δηλώνεται ξεκάθαρα άρνηση (διαφορετική μορφή άγχους επίδοσης από αυτήν όπου το παιδί διαβάζει υπερβολικές ώρες και ανησυχεί πως παρά την εξαιρετική προετοιμασία του δεν θα τα καταφέρει) και τελικά απόκρυψη της αλήθειας ή μετατόπιση ευθύνης. Το ψέμα και η αποφυγή σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή εξαπάτησης, αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας απέναντι στον φόβο της αποτυχίας και της συναισθηματικής έκθεσης.
Βασικά ψυχολογικά και γνωστικά αίτια
Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το άγχος. Για πολλούς εφήβους, η ίδια η προσπάθεια και όχι μόνο η αξιολόγηση του αποτελέσματος βιώνεται ως απειλητική εξ αρχής, καθώς συνδέεται με την πιθανότητα απώλειας της θετικής εικόνας του εαυτού. Ο έφηβος είναι σίγουρος πως το αποτέλεσμα του δεν θα είναι αρκετό, η μαθησιακή διαδικασία είναι πηγή δυσαρέσκειας, απόρριψης και απογοήτευσης επομένως ήδη η ιδέα διαβάσματος αυξάνει το άγχος ακόμα και στις πιο εύκολες ασκήσεις. Παράλληλα, η ανοχή στη ματαίωση δεν έχει ακόμη πλήρως αναπτυχθεί, με αποτέλεσμα η δυσκολία να οδηγεί σε αποφυγή.
Επιπλέον, ο προμετωπιαίος φλοιός του εγκεφάλου, που είναι υπεύθυνος για την ηθική κρίση, τον αυτοέλεγχο και την ανάληψη ευθύνης, συνεχίζει να ωριμάζει έως και την πρώιμη ενήλικη ζωή. Για τον λόγο αυτό, η ηθική σκέψη στην εφηβεία είναι συχνά συνεπειο-κεντρική και όχι πλήρως εσωτερικευμένη.
Ρόλος της οικογενειακής επικοινωνίας
Η ποιότητα της σχέσης γονέα και παιδιού επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο διαχείρισης του λάθους. Όταν το παιδί αισθάνεται ότι αξιολογείται, συγκρίνεται ή διορθώνεται συνεχώς, ενδέχεται να επιλέξει την απόκρυψη της αλήθειας προκειμένου να προστατεύσει τη συναισθηματική ασφάλεια της σχέσης.
Γονεϊκές στάσεις που άθελα ενισχύουν το πρόβλημα
Η υπερβολική έμφαση στο αποτέλεσμα αντί στη διαδικασία, οι συγκρίσεις με συνομηλίκους ή και με τους ίδιους τους γονείς, καθώς και ο συνεχής έλεγχος, μπορεί να ενισχύσουν την αποφυγή και την αντίσταση. Όταν το παιδί για χρόνια νιώθει ότι ελέγχεται, διορθώνεται, παρακολουθείται, συγκρίνεται αναπτύσσει άθελά του έναν ρόλο: «Δεν συνεργάζομαι — για να υπάρχω.». Γι’ αυτό και η αντίσταση δεν αλλάζει ούτε με τον χρόνο ούτε με τη θεραπεία, αν δεν αλλάξει η σχέση δύναμης.
Επιπλέον, είναι συχνή γονεική πρακτική, θεωρώντας ότι βοηθάμε το παιδί να καταλάβει, του δίνουμε συχνά μια ιδανική εικόνα του εαυτού του, πως θα μπορούσε να είναι, μία οπτική δηλαδή ενός παιδιού οργανωμένου, υπεύθυνου και με συνέπεια το οποίο σε κάποια παιδιά ενισχύει το χάσμα με την πραγματικότητα και τα ματαιώνει ακόμη περισσότερο. Συζητήσεις όπως θα μπορούσες να είσαι έτσι κι έτσι κι έτσι ίσως εν τέλει να μην ενισχύουν τον έφηβο να βελτιωθεί αλλά να τον απομακρύνουν ακόμη περισσότερο από την προσπάθεια. Ψυχολογικά, όταν η πραγματικότητα του παιδιού δεν χωρά στην εικόνα που ο γονέας αντέχει να βλέπει, το παιδί μαθαίνει να προστατεύει τη σχέση μέσα από την απόκρυψη. Όταν ο γονέας δυσκολεύεται να αποδεχθεί τις πραγματικές μαθησιακές και ψυχοσυναισθηματικές δυνατότητες του παιδιού στο παρόν στάδιο και επιμένει σε μια ιδανική εικόνα δημιουργείται συχνά ένα χάσμα ανάμεσα σε αυτό που το παιδί είναι και σε αυτό που αισθάνεται ότι «πρέπει» να είναι. Το παιδί αντιλαμβάνεται πως η αποδοχή και η επιδοκιμασία συνδέονται όχι με την ειλικρίνεια αλλά με την επίδοση και τη συμμόρφωση στην προσδοκία. Σε αυτό το πλαίσιο, η αλήθεια βιώνεται ως απειλή και όχι ως ασφαλής επιλογή και έτσι το παιδί μαθαίνει να προστατεύει τη σχέση μέσω της απόκρυψης. Η μη ανάληψη ευθύνης, η αναβλητικότητα και η αντιγραφή λειτουργούν τότε όχι μόνο ως μαθησιακές δυσκολίες αλλά και ως άμυνες απέναντι σε ένα εσωτερικό μήνυμα: «αν δείξω ποιος είμαι πραγματικά, θα απογοητεύσω». Έτσι, η ειλικρίνεια υποχωρεί.
Γι’ αυτό και η ψυχολογία θεωρεί κρίσιμη τη μετάβαση του γονέα από την προσδοκία στο βίωμα: από το «ποιος θα έπρεπε να είσαι» στο «ποιος είσαι σήμερα και τι χρειάζεσαι για να εξελιχθείς». Όταν το παιδί νιώσει ότι μπορεί να γίνει αποδεκτό ακόμη και μέσα στη δυσκολία του —όχι μόνο όταν ανταποκρίνεται στο ιδανικό— τότε μειώνεται δραστικά η ανάγκη για ψέμα. Η ειλικρίνεια δεν διδάσκεται με ηθικά κηρύγματα, αλλά γεννιέται εκεί όπου η αλήθεια δεν απειλεί τη σχέση.
Προτεινόμενες κατευθύνσεις
Η αποτελεσματική παρέμβαση εστιάζει στη δημιουργία συναισθηματικής ασφάλειας, στον διαχωρισμό συμπεριφοράς και προσωπικότητας και στη συζήτηση μόνο σε στιγμές συναισθηματικής ηρεμίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει βέβαια η σταδιακή ενίσχυση δεξιοτήτων οργάνωσης, αυτορρύθμισης και ανάληψης ευθύνης μέσα από πρακτικές στρατηγικές και μεθόδους, καθώς και η καλλιέργεια εσωτερικού κινήτρου μέσα από την συζήτηση και διερεύνηση.
Είναι σημαντικό ο έφηβος να ακούσει αλλά και πραγματικά να αλλάξετε πορεία και να εστιάσετε αποκλειστικά στο πως επικοινωνεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συζητάμε τους στόχους και τα βήματα για καλύτερη επίδοση απλά φαίνεται να πρέπει να σπάσουμε τα βήματα και να τα πάρουμε με την σειρά με έναν πιο διερευνητικό τρόπο για να μην διεγείρουμε το φόβο και το άγχος του παιδιού και εν τέλει ενισχύουμε την άρνηση συνεργασίας και την ενίσχυση της αποφυγής της πραγματικότητας. Ερευνήστε κάτι που μπορεί να πιστεύει ο έφηβος: «αν δείξω ποιος είμαι πραγματικά, θα απογοητεύσω». Τι πραγματικά πιστεύει ο ίδιος ότι θα γίνει αν αποτύχει; Δείτε πως βλέπει την στάση σας έως τώρα πάνω στις μαθησιακές επιδόσεις.
Οι συζητήσεις πρέπει να έχουν περισσότερες ερωτήσεις εστιάζοντας στα παρακάτω:
- Ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με τις εκτελεστικές λειτουργίες, όπως: προγραμματισμός, αυτορρύθμιση, διαχείριση χρόνου, έναρξη έργου
- Ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με τους προσωπικούς στόχους του παιδιού σε οποιονδήποτε τομέα αρκεί να βρούμε τον τρόπο που παίρνει αποφάσεις. Όταν θέλει κάτι να συζητάτε γιατί το θέλει, τι σκέφτεται για ότι του αρέσει για να διερευνήσουμε το εσωτερικό κίνητρο. Συχνά παιδιά με δυσκοία στο εσωτερικό κίνητρο και την στοχοθεσία αναφέρουν: «Δεν ξέρω τι θέλω — μόνο τι δεν θέλω.» Και αυτό οδηγεί σε ακινησία. Ο έφηβος, λειτουργεί με εξωτερικά κίνητρα, ουσιαστικά δεν θέλει κάτι για τον εαυτό του — μόνο να τον αφήσουν ήσυχο με τις παροχές που προσφέρουν οι γονείς. Χωρίς εσωτερικό κίνητρο, οι στόχοι μοιάζουν επιβαλλόμενοι.
Συμπέρασμα
Οι συμπεριφορές αποφυγής, ψεύδους και δυσκολίας ανάληψης ευθύνης στην εφηβεία αποτελούν συνήθως εκδηλώσεις άγχους και αναπτυξιακής ανωριμότητας. Η υποστηρικτική γονεϊκή στάση και η ασφαλής σχέση αποτελούν τη βάση για τη σταδιακή καλλιέργεια υπευθυνότητας, ανθεκτικότητας και ηθικής ωρίμανσης. Πρωταρχικός στόχος των γονέων για να υποστηρίξουν τον έφηβο και να ξεπεράσουν τις δυσκολίες στην επικοινωνία μαζί του είναι να σταματήσει η μάχη “να αλλάξει το παιδί” και να ξεκινήσει η συμμαχία “να καταλάβουμε πώς λειτουργεί”.